Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Eurostat [1], το 2024 η Ευρωπαϊκή Ένωση κάλυψε το 57% των ενεργειακών της αναγκών μέσω καθαρών εισαγωγών. Το πετρέλαιο και τα παράγωγά του αποτέλεσαν τα κύρια εισαγόμενα προϊόντα ενέργειας, αντιπροσωπεύοντας το 67% των εισαγωγών, ακολουθούμενα από το φυσικό αέριο (24%).
Οι αποκλίσεις στην εξάρτηση των κρατών-μελών αντανακλούν σημαντικές διαφορές στο ενεργειακό μείγμα, τη γεωγραφία και το μέγεθος κάθε χώρας. Έτσι, τα υψηλότερα ποσοστά εξάρτησης καταγράφηκαν σε Μάλτα (98%), Λουξεμβούργο (91%) και Κύπρο (88%), χώρες με εξαιρετικά περιορισμένους εγχώριους ενεργειακούς πόρους. Αντίθετα, η Εσθονία (5%), η Σουηδία (27%) και η Λετονία (29%) πέτυχαν υψηλό βαθμό αυτάρκειας, στηριζόμενες σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) και εγχώρια αποθέματα.
Η Ελλάδα, με ποσοστό εξάρτησης στο 78%, βρέθηκε αισθητά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που την κατατάσσει μεταξύ των πλέον ευάλωτων οικονομιών της ΕΕ σε ενεργειακό επίπεδο. Παρόλα αυτά, η χώρα έχει κάνει σημαντική πρόοδο προς την ενεργειακή μετάβαση [2], με κατακόρυφη αύξηση της παραγωγής και χρήσης ΑΠΕ που, αν διατηρηθεί, μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στη μείωση της εισαγωγικής της εξάρτησης τα επόμενα χρόνια.
Τα δεδομένα αυτά θέτουν με σαφήνεια το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας ως προτεραιότητα πολιτικής. Η μείωση της εισαγωγικής εξάρτησης αποτελεί όχι μόνο περιβαλλοντική αναγκαιότητα, αλλά και βασική συνθήκη για τη γεωπολιτική ανθεκτικότητα της ΕΕ και των κρατών-μελών της.
[1] Eurostat. (2026, March 18). Energy in Europe: imports dependency. Eurostat, European Commission. https://ec.europa.eu/eurostat/web/products-eurostat-news/w/wdn-20260318-1
[2] International Energy Agency. (n.d.). Greece: Energy mix. IEA. https://www.iea.org/countries/greece/energy-mix




