Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat [1], οι εκπομπές αερίων θερμοκηπίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση μειώθηκαν κατά 34% μεταξύ 2004 και 2024 (σ.σ. τα στοιχεία δεν περιλαμβάνουν τις απορροφήσεις άνθρακα από δάση και χρήσεις γης, LULUCF, ούτε τις εκπομπές από διεθνείς αεροπορικές και θαλάσσιες μεταφορές).
Σε επίπεδο κρατών μελών, η Ελλάδα καταγράφει την τέταρτη μεγαλύτερη μείωση στην ΕΕ, καθώς οι εκπομπές της περιορίστηκαν κατά 45% μέσα στην εικοσαετία, έχοντας μπροστά της τη Φινλανδία (52%), τη Δανία (49%) και την Εσθονία (47%). Στον αντίποδα, η μικρότερη μείωση καταγράφηκε στην Κύπρο, μόλις 3%, και στη Λετονία (11%), ωστόσο είναι ενδεικτικό πως σε καμία χώρα δεν υπήρξε αύξηση των εκπομπών.
Η μείωση στην Ελλάδα προήλθε κυρίως από τον ενεργειακό τομέα (ηλεκτροπαραγωγή, διυλιστήρια). Οι εκπομπές του υποχώρησαν κατά 63% και αντιστοιχούν στο 61% της συνολικής μείωσης. Εξίσου μεγάλη ήταν η πτώση στα νοικοκυριά, όπου οι εκπομπές από την καύση καυσίμων μειώθηκαν κατά 62%, έναντι 38% στην ΕΕ. Αντίθετα, οι μεταφορές και η γεωργία μειώθηκαν μόλις κατά 15%, με αποτέλεσμα να αντιστοιχούν πλέον στο 25% των εκπομπών, πολύ κοντά στον ενεργειακό τομέα (29%). Τέλος, τα απόβλητα είναι η μόνη μεγάλη κατηγορία όπου οι εκπομπές αυξήθηκαν (+21%).
Συμπληρωματική εικόνα δίνουν οι εκπομπές ανά κάτοικο. Το 2024 ο μέσος όρος της ΕΕ διαμορφώθηκε στους 6,69 τόνους ισοδύναμου CO₂ ανά κάτοικο. Η Ελλάδα βρέθηκε στους 7,07 τόνους, δηλαδή περίπου 6% πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Τις υψηλότερες τιμές καταγράφουν το Λουξεμβούργο (11 τόνοι) και η Ιρλανδία (9,9 τόνοι), και τις χαμηλότερες η Μάλτα (3,8 τόνοι) και η Σουηδία (4,5 τόνοι).
Συνολικά, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με τη μεγαλύτερη μείωση εκπομπών στην ΕΕ την τελευταία εικοσαετία, ενώ οι εκπομπές ανά κάτοικο βρίσκονται μόλις λίγο πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
[1] Eurostat. (2026). Greenhouse gas emissions by source sector [Data set]. European Commission. https://ec.europa.eu/eurostat




