Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για τα ενεργειακά ισοζύγια [1], το 2024 η πρωτογενής παραγωγή ενέργειας στην Ελλάδα ανήλθε σε 59,3 TWh, με το 82,8% αυτής να προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές και βιοκαύσιμα (ΑΠΕ). Στην ακαθάριστη εγχώρια κατανάλωση, ωστόσο, η οποία διαμορφώθηκε στις 260,4 TWh, οι ΑΠΕ αντιστοιχούσαν μόλις στο 20,2%, ενώ το υπόλοιπο 79,8% καλύφθηκε από ορυκτά καύσιμα.
Η απόκλιση αυτή διαμορφώθηκε σταδιακά μέσα στην τελευταία εικοσιπενταετία. Το 2000 οι ΑΠΕ αποτελούσαν το 14,5% της παραγωγής και το 5,2% της κατανάλωσης. Από τότε, η παραγωγή τους σχεδόν τριπλασιάστηκε (από 17 TWh σε 49,1 TWh), ενώ η εγχώρια παραγωγή ορυκτών καυσίμων μειώθηκε κατά 89,8% (από 99,8 TWh σε 10,2 TWh). Το 2020 ήταν η πρώτη χρονιά κατά την οποία οι ΑΠΕ ξεπέρασαν τα ορυκτά καύσιμα στην παραγωγή, με μερίδιο 64,9%.
Στην πλευρά της κατανάλωσης, οι μεταβολές ήταν πιο ήπιες. Η κατανάλωση ορυκτών καυσίμων κορυφώθηκε το 2008 στις 344,4 TWh και έκτοτε υποχώρησε κατά 39,6%. Το μερίδιό τους στο σύνολο περιορίστηκε πάντως από 94,8% το 2000 σε 79,8% το 2024.
Βλέποντας την «μεγάλη εικόνα», η συνολική παραγωγή μειώθηκε σχεδόν στο μισό (-49,2%), ενώ η κατανάλωση κατά 19,7%. Έτσι, η εγχώρια παραγωγή αντιστοιχεί πλέον στο 22,8% της κατανάλωσης, έναντι 36% το 2000. Ειδικά για τα ορυκτά καύσιμα, η εγχώρια παραγωγή αντιστοιχεί μόλις στο 4,9% της κατανάλωσής τους, από 32,5% το 2000.
Με άλλα λόγια, μέσα σε 25 χρόνια η ενέργεια που παράγουμε έγινε κατά κύριο λόγο «πράσινη», όμως εκείνη που καταναλώνουμε εξακολουθεί να στηρίζεται κατά 4/5 σε ορυκτά καύσιμα.
[1] Eurostat. (2026). Complete energy balances [Data set]. European Commission. https://ec.europa.eu/eurostat




